Συχνές Ερωτήσεις


1. Πώς θα καταλάβω ότι χρειάζομαι ψυχολόγο;

Ακόμη και σήμερα, αρκετοί άνθρωποι θεωρούν την επίσκεψη σε ψυχολόγο ταμπού. Η απόφαση να ξεκινήσουν ψυχοθεραπεία φαντάζει από τους ίδιους ή τους γύρω τους ως η ύστατη λύση ή η παραδοχή του γεγονότος ότι είναι τρελοί. Ως αποτέλεσμα, οι άνθρωποι αυτοί δυσκολεύουν τη ζωή τους και υποφέρουν αβοήθητοι.

Κατά καιρούς στη ζωή μας νιώθουμε αγχωμένοι, μελαγχολικοί ή φοβισμένοι.  Αυτό αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης μας. Πότε όμως είναι η κατάλληλη στιγμή να ζητήσουμε βοήθεια από κάποιον ειδικό;

Θα ήταν χρήσιμο να απευθυνθείτε σε ένα καταρτισμένο ψυχολόγο όταν η σκέψη, το συναίσθημα ή η συμπεριφορά σας επηρεάζουν την καθημερινότητα σας  και μειώνεται η λειτουργικότητα σας σε κάποιον τομέα της ζωής σας, όπως οι σχέσεις ή η εργασία σας. Όταν νιώθετε ότι αδυνατείτε να ελέγξετε τα δυσάρεστα  συναισθήματα και τις αρνητικές σκέψεις, ή καταφεύγετε σε συμπεριφορές που είναι μη βοηθητικές ή βλαπτικές.

Σε άλλες περιπτώσεις, το σώμα μας συχνά μας προτρέπει να διαχειριστούμε ένα πρόβλημα μέσα από την εκδήλωση ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, όπως πονοκέφαλο, στομαχικές διαταραχές, αδυναμία χαλάρωσης και αϋπνία. Η παρέμβαση κάποιου ειδικού καθίσταται ιδιαίτερα χρήσιμη όταν νιώθετε ότι βρίσκεστε σε αδιέξοδο, δυσκολεύεστε να προσαρμοστείτε σε μία νέα κατάσταση ή ακόμα και όταν επιθυμείτε την προσωπική εξέλιξη και την απόκτηση αυτογνωσίας.

2. Γιατί να πάω σε ψυχολόγο αφού έχω φίλους;

Τις περισσότερες φορές το άτομο που αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα απευθύνεται πρώτα στα πιο κοντινά του άτομα συζητώντας και ψάχνοντας για λύσεις. Άλλωστε αυτοί το ξέρουν καλύτερα και το ίδιο νιώθει πολύ άνετα μαζί τους.  Έτσι η επίσκεψη σε κάποιον ψυχολόγο θεωρείται η ύστατη επιλογή, εφόσον η βοήθεια από το περιβάλλον του ατόμου δεν είναι αρκετή.

Οι φίλοι μας έχουν μια ήδη διαμορφωμένη εικόνα για εμάς και τις σχέσεις μας που μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στο να δουν την κατάσταση αντικειμενικά.  Επιπλέον, τα άτομα του περιβάλλοντος μας, συχνά μας υποδεικνύουν τι θα πίστευαν πως πρέπει να κάνουμε, επηρεασμένα και τα ίδια συναισθηματικά από την κατάσταση μας, ενώ άλλες φορές μπορεί να μην είναι απόλυτα ειλικρινή μαζί μας φοβούμενα ότι θα μας πληγώσουν. Από την άλλη, πολύ συχνά δεν είμαστε ούτε εμείς απόλυτα ανοιχτοί στα άτομα του περιβάλλοντος μας, ή ακόμα και να είμαστε το κάνουμε σκεπτόμενοι και φοβούμενοι ότι θα διαμορφώσουν κάποια αρνητική άποψη για εμάς ή ότι όσα λέμε δεν είναι απόλυτα εμπιστευτικά.

Αντιθέτως, ο ψυχολόγος τηρεί έναν κώδικα δεοντολογίας για ηθικά και νομοθετικά ζητήματα. Έτσι μπορεί να διασφαλίσει στα άτομα το απόρρητο των λεχθέντων και δεσμεύεται να μας παρέχει εμπιστευτικότητα χωρίς να είναι επικριτικός με αυτά που θα αποκαλύψουμε.  Παράλληλα, ο θεραπευτής διαθέτει την επιστημονική γνώση να βοηθήσει το άτομο να ανακαλύψει τα αίτια της κατάστασης που βρίσκεται, καθώς και τον τρόπο που σκέφτεται και ενεργεί.

Διερευνώντας τις μη βοηθητικές σκέψεις και τρόπους συμπεριφοράς μας, ο θεραπευτής μας βοηθά να βρούμε τις εναλλακτικές λύσεις που εμείς θεωρούμε καλύτερες να μας βγάλουν από το αδιέξοδο ενώ μας εφοδιάζει με τεχνικές ώστε να μειώσουμε τα αρνητικά συναισθήματα.

 

3. Ποια είναι η διαφορά του Ψυχολόγου με τον Ψυχίατρο;

Η βασική διαφορά μεταξύ του Ψυχιάτρου και του Ψυχολόγου είναι η εκπαίδευση. Ένας Ψυχίατρος είναι απαραίτητο να έχει πραγματοποιήσει σπουδές στην ιατρική προτού ακολουθήσει περεταίρω σπουδές στην ειδικότητα της Ψυχιατρικής. Οι σπουδές του Ψυχολόγου περιλαμβάνουν βασικό πτυχίο Ψυχολογίας και περεταίρω εξειδίκευση σε έναν τομέα της Ψυχολογίας, όπως Κλινική, Συμβουλευτική ή Εκπαιδευτική Ψυχολογία.

Ως εκ τούτου, ο Ψυχίατρος μπορεί να συνταγογραφεί φάρμακα σε συνδυασμό με άλλες μορφές παρέμβασης για την αντιμετώπιση της ψυχικής ασθένειας. Εν αντιθέσει, ο Ψυχολόγος δεν έχει το δικαίωμα συνταγογράφησης φαρμάκων και συνεργάζεται συχνά με τον Ψυχίατρο παραπέμποντας τους θεραπευμένους που κρίνει ότι χρειάζονται φαρμακοθεραπεία. Παράλληλα, οι Ψυχολόγοι δεν εργάζονται αποκλειστικά με άτομα που αντιμετωπίζουν κάποια ψυχική ασθένεια αλλά βοηθούν άτομα να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά διάφορα συναισθηματικά προβλήματα, προβλήματα στις διαπροσωπικές τους σχέσεις , καθώς και να αποκτήσουν αυτογνωσία.

4. Τι πρέπει να ξέρω για το πρώτο ραντεβού;

Στο πρώτο ραντεβού ο θεραπευτής θα ζητήσει τον λόγο της επίσκεψης σας και θα σας κάνει κάποιες ερωτήσεις ώστε αρχικά να κατανοήσει την παρούσα κατάσταση. Κάποιες από τις ερωτήσεις θα αφορούν το ιστορικό σας, έτσι ώστε να μπορέσει να σας γνωρίσει καλύτερα και να κατανοήσει τις συσχετίσεις με την τωρινή σας κατάσταση.

Ο θεραπευτής χρειάζεται να ξέρει αν υπάρχουν κάποια συμπτώματα τα οποία περιορίζουν τη ζωή σας. Κάποιες φορές η συμπλήρωση ερωτηματολογίων είναι ένας τρόπος συλλογής πληροφοριών που βοηθούν την περεταίρω διερεύνηση της κατάστασης. Επιπλέον, στην πρώτη συνάντηση θα τεθεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα δουλέψετε, η συχνότητα και η διάρκεια των συναντήσεων καθώς και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις σας στη θεραπεία.

Αυτό που χρειάζεται να κάνετε εσείς, έτσι ώστε να διευκολύνεται τη διαδικασία είναι να είστε ανοιχτοί και ειλικρινείς με τον θεραπευτή τόσο για τα αιτήματα σας στη θεραπεία όσο και στις απαντήσεις σας αφού μόνο έτσι θα μπορέσετε να λάβετε την βοήθεια που ζητάτε. Επίσης, θα ήταν καλό να ρωτάτε οτιδήποτε χρειάζεται περεταίρω επεξήγηση έτσι ώστε να κατανοήσετε καλύτερα τη διαδικασία. Αυτό θα σας βοηθήσει να ξέρετε τι να περιμένετε και θα σας κάνει να αισθανθείτε πιο άνετα. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να γνωρίζετε ότι έχετε το δικαίωμα να ρωτήσετε για τις σπουδές του θεραπευτή σας έτσι ώστε να διασφαλίσετε ότι είναι κατάλληλα καταρτισμένος.

Πολύ σημαντικό είναι επίσης, να έχετε ρεαλιστικές προσδοκίες από την πρώτη συνάντηση και να μην περιμένετε ότι η κατάσταση θα λυθεί από την πρώτη στιγμή. Άλλωστε, αν ήταν τόσο απλό δεν θα ζητούσατε εξ αρχής επαγγελματική βοήθεια.

Τέλος, θα πρέπει να γνωρίζετε ότι η θεραπευτική σχέση, όπως και όλες οι ανθρώπινες σχέσεις, χρειάζεται κάποιο χρόνο να εδραιωθεί. Αν συνεχίσετε όμως να νιώθετε άβολα με τον θεραπευτή σας είναι καλό να το συζητήσετε μαζί του καθώς υπάρχει η δυνατότητα παραπομπής σε κάποιον άλλον θεραπευτή.

 

5. Τί είναι ο Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπευτής;

Τον τίτλο του ψυχοθεραπευτή κατέχουν οι ψυχολόγοι οι οποίοι έχουν εκπαιδευτεί πέραν του βασικού πτυχίου ψυχολογίας σε ένα μοντέλο ψυχοθεραπείας. Η διάρκεια της εκπαίδευσης στην ψυχοθεραπεία είναι τουλάχιστον τρία χρόνια. Υπάρχουν διάφορες σχολές ψυχοθεραπείας στις οποίες παρέχεται η εκπαίδευση των ψυχοθεραπευτών σε συγκεκριμένες μεθόδους και τεχνικές που ανήκουν στην εκάστοτε προσέγγιση.

Η ψυχοθεραπεία στην Κύπρο δεν αποτελεί ένα θεσμικά κατοχυρωμένο επάγγελμα, έτσι ώστε να υπάρχουν συγκεκριμένα κριτήρια για την άσκηση του, γι’ αυτό και χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στην επιλογή ψυχοθεραπευτή. Είναι αναγκαίο να ελέγχεται, εάν έχει εκπαιδευτεί σε συγκεκριμένη προσέγγιση, καθώς και η διάρκεια της εκπαίδευσης του.

 

6. Ποιες προσεγγίσεις υπάρχουν στην Ψυχοθεραπεία και ποιό το θεωρητικό τους υπόβαθρο;

Υπάρχουν αρκετές προσεγγίσεις ψυχοθεραπείας οι οποίες διαφέρουν ως προς το θεωρητικό υπόβαθρο, τις τεχνικές και τις μεθόδους που χρησιμοποιούν. Παρακάτω ακολουθεί μία σύντομη περιγραφή του θεωρητικού υποβάθρου των βασικότερων ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων:

Η Γνωσιακή-Συμπεριφοριστική προσέγγιση υποστηρίζει ότι η ψυχοπαθολογία είναι προϊόν μάθησης. Επομένως τα άτομα μπορούν να τροποποιήσουν τα δυσλειτουργικά πιστεύω, τις σκέψεις και τη συμπεριφορά τους μέσα από την εκμάθηση νέων, πιο λειτουργικών τρόπων.

Σύμφωνα με την Ψυχαναλυτική προσέγγιση, η προσωπικότητα του ατόμου αναπτύσσεται στα πρώτα χρόνια της ζωής του. Ο Freud έθεσε τις βάσεις της Ψυχανάλυσης αναδεικνύοντας την έννοια του ασυνείδητου. Στόχος του θεραπευτή είναι η αποκάλυψη των ασυνείδητων διεργασιών και των μηχανισμών άμυνας που χρησιμοποιούνται ως αποτέλεσμα της ενδοψυχικής σύγκρουσης.

Η Συστημική προσέγγιση, βλέπει το άτομο όχι σαν μονάδα αλλά ως μέρος ενός συνόλου-συστήματος. Ως εκ τούτου, η ψυχοπαθολογία προκύπτει από την αλληλεπίδραση του ατόμου με το πλαίσιο στο οποίο ζει. Η οικογένεια ως πλαίσιο επηρεάζει σημαντικά το άτομο και έτσι η ενεργός συμμετοχή της οικογένειας είναι βασική προϋπόθεση.

Σύμφωνα με την Προσωποκεντρική προσέγγιση, η ψυχοπαθολογία οφείλεται στη σύγκρουση της εικόνας που έχει το άτομο για τον εαυτό του με τον εαυτό που θα ήθελε να έχει. Ο θεραπευτής βοηθά τον θεραπευόμενο σε ένα κλίμα άνευ όρων αποδοχής, αυθεντικότητας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης ώστε να πετύχει την αυτογνωσία.

Τέλος, η Συνθετική Ψυχοθεραπεία υποστηρίζει ότι μια συγκεκριμένη μεθοδολογία δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική σε όλα τα άτομα και επομένως χρησιμοποιεί στοιχεία και τεχνικές από διάφορες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις, εξατομικευμένα και σύμφωνα με τις θεραπευτικές ανάγκες του κάθε θεραπευόμενου.